γράφει η Μαρία Βηλαρά, φιλόλογος, Μ.Α., επιστημονική συνεργάτις

 

Στη διάρκεια πολλών αιώνων, οι έννοιες της ανδρείας και της τιμής ωθούσαν τους ανθρώπους να ξεπεράσουν τις ατομικές τους διαφωνίες με την επιβολή των όπλων. Ειδικότερα, ο θιγμένος καλούσε σε μονομαχία εκείνον που τον είχε προσβάλει. Το έπαθλο αυτής της θαρραλέας αναμέτρησης ήταν ανυπολόγιστου ηθικού μεγέθους για τον νικητή και η δόξα που αποκόμιζε, αναμφισβήτητη.

 

Το τυπικό της Μονομαχίας στην Ομηρική Ποίηση

Στις μονομαχίες που περιγράφει ο Όμηρος, εντοπίζονται τα εξής πάγια στάδια:

1ο στάδιο: Οι δύο μονομάχοι εξοπλίζονται και λαμβάνουν θέσεις, ο ένας αντίκρυ στον άλλον. Της καθαυτό μονομαχίας προηγείται, ως κλασικό μοτίβο, ένας αγώνας λόγων, δηλαδή μια λεκτική αντιπαράθεση. Ο αγώνας αυτός περιλαμβάνει προκλητικές ή χλευαστικές εκφράσεις και κομπασμούς. Στόχος των καυχημάτων είναι να προβάλει ο κάθε αγωνιστής την ισχύ του, ώστε να εκφοβίσει τον αντίπαλό του και, συνάμα, να τονώσει την αυτοπεποίθησή του και το ηρωικό του φρόνημα. Δεν παραλείπουν, ωστόσο, να αναγνωρίσουν ο καθένας την αξία του άλλου. Έτσι, αν ο αντίπαλος είναι σθεναρός και αξιόμαχος, η ενδεχόμενη νίκη τους θα φανεί λαμπρότερη, αλλά και σε περίπτωση ήττας, δεν θα μειωθεί το γόητρό τους, αφού θα έχουν χάσει από κάποιον ισάξιο.

        Η ύπαρξη της λογομαχίας, στην εθιμοτυπία της ομηρικής μονομαχίας, οδηγεί τους μαθητές στο συμπέρασμα ότι τη μονομαχία διέπει ένα πνεύμα σεβασμού και ευγενούς άμιλλας, αφού οι δύο αντιμαχόμενες πλευρές αλληλοπροσφωνούνται με εγκωμιαστικούς χαρακτηρισμούς, ώστε να καταδειχθεί η αμφίδρομη γενναιότητά τους, η οποία θα προσέδιδε ιδιαίτερο κύρος σε όποιον υπερτερούσε. Οι μαθητές διαπιστώνουν, επίσης, πως ήρωας δεν λογίζεται ο ατρόμητος, δηλαδή εκείνος που δεν αισθάνεται φόβο, ο οποίος είναι ένα φυσικό και αναμενόμενο ανθρώπινο συναίσθημα, αλλά όποιος υπερβαίνει τον φόβο του, για να υπερασπιστεί ανώτερα ιδανικά.

2ο στάδιο: Εδώ εντάσσεται η κυρίως μονομαχία, δηλαδή η ανταλλαγή χτυπημάτων, η οποία παρουσιάζει κλιμάκωση. Στην αρχή, ο αγώνας διεξάγεται με κοντάρια, από απόσταση. Η αντοχή των ασπίδων και η δεξιοτεχνία στον χειρισμό τους προφυλάσσει τους δύο αντίμαχους. Η ένοπλη σύγκρουση συνεχίζεται με ξίφη, έπειτα με σπαθιά και καταλήγουν να παλεύουν σώμα με σώμα. Μερικές φορές, μάλιστα, ρίχνουν μεγάλες πέτρες ο ένας εναντίον του άλλου. Ενίοτε, υφέρπει κάποια σωτήρια θεϊκή μεσολάβηση για τον έναν από τους δύο μονομάχους, οπότε το θανάσιμο πλήγμα υφίσταται εκείνος ο οποίος έχει εγκαταλειφθεί από τη θεία πρόνοια.

3ο στάδιο: Μια συμβατική μονομαχία ολοκληρώνεται με την κατατρόπωση και την αποβίωση του ενός από τους δύο ήρωες. Η καυχησιολογία του πολεμιστή που επικρατεί, πάνω από τον ετοιμοθάνατο αντίπαλο, είναι συχνό φαινόμενο, ενώ συνιστά ύβρη. Ο ηττημένος, λίγο πριν αφήσει την τελευταία του πνοή προφητεύει ότι και ο αλαζόνας νικητής θα έχει σύντομη ζωή. Κάποτε, κρίνεται αναγκαία η εμπλοκή κηρύκων για τη λήξη της μονομαχίας. Οι κήρυκες ήταν πρόσωπα ιερά, προστατευόμενα από τον Δία, και κρατούσαν, ως σύμβολο του αξιώματός τους, το σκήπτρο. Όταν έπεφτε, λοιπόν, το σκοτάδι και η μονομαχία βρισκόταν ακόμη σε εξέλιξη, χρειαζόταν να παρέμβουν εκείνοι, για να τη διακόψουν.

        Στην Ιλιάδα, οι μονομαχίες αποτελούν τυπικές σκηνές. Με αυτές σταματά μια μεγαλύτερης εμβέλειας σύρραξη και οι δύο αντίπαλοι στρατοί αποθέτουν τα όπλα, για να γίνουν θεατές, την ώρα που δύο εξέχοντες μαχητές, ένας από κάθε στρατόπεδο, πολεμούν μέχρι θανάτου. Ο Όμηρος, βέβαια, παρά τις στερεότυπες φάσεις, φροντίζει να διαφοροποιεί τις μονομαχίες, σε κάποια σημεία, προκειμένου να αποφεύγεται η μονοτονία.

Από το πλήθος των μονομαχιών που φιλοξενεί η Ιλιάδα, ενδεικτικά, θα εξετάσουμε, παρακάτω, τρεις (3) βασικές: πρώτον, τη μονομαχία Μενέλαου – Πάρη (ραψ. Γ)· δεύτερον, τη μονομαχία Έκτορα – Αίαντα (ραψ. Η) και, τρίτον, τη μονομαχία Έκτορα – Αχιλλέα (ραψ. Χ). Πρωτύτερα, όμως, θα σχολιάσουμε, εν συντομία, τη μονομαχία Γλαύκου – Διομήδη (ραψ. Ζ, στ. 119-236), επειδή σε αυτήν παρατηρείται μια ιδιομορφία.

        Η εν λόγω μονομαχία δεν πραγματοποιείται, τελικά, διότι, καθώς οι δύο αντίπαλοι επαίρονται για τη γενιά τους, ανακαλύπτουν μια φιλική σχέση των παππούδων τους, την οποία θεωρούν θείο κληροδότημα. Συγκεκριμένα, ο Γλαύκος είναι γιος του Ιππόλοχου. Ο Βελλερεφόντης, ο πατέρας του Ιππόλοχου και παππούς του Γλαύκου, είχε φιλοξενηθεί, στο παρελθόν, από τον Οινέα, τον παππού του Διομήδη. Η φιλοξενία αυτή είχε ολοκληρωθεί με την ανταλλαγή δώρων, κατά τα λεγόμενα του Διομήδη, γεγονός που αποδείκνυε την επισφράγιση της φιλίας τους. Κατόπιν αυτών, ενώ οι δύο αγωνιστές, κυριευμένοι από τον οίστρο της μάχης, είναι έτοιμοι να αλληλοσκοτωθούν, ξεπεζεύουν από τα άλογά τους, καρφώνουν στο χώμα τα ακόντιά τους, δίνουν τα χέρια, σαν αδελφικοί φίλοι, ανταλλάσσουν δώρα από τον οπλισμό τους και ανανεώνουν την πίστη στον πατροπαράδοτο οικογενειακό δεσμό τους, κάτι που δεν συνάδει με τη σκληρότητα του πολέμου. Εν τέλει, προσφέρει ο ένας στον άλλον τα όπλα του, υπό το βλέμμα των δύο εχθρικών παρατάξεων, ματαιώνουν τη συμπλοκή τους και συμφωνούν να μην έρθουν ξανά αντιμέτωποι σε καμία από τις μελλοντικές μάχες.

Προχωρούμε, τώρα, στο κύριο μέρος της ανάλυσής μας.

1. Η μονομαχία Μενέλαου – Πάρη (ραψ. Γ, περιληπτική)

Ο ποιητής αναφέρει, αρχικώς, πως ο θεόμορφος Αλέξανδρος (Πάρης), οπλισμένος και αγέρωχος, προκαλεί σε μονομαχία τους Αχαιούς. Ο Πάρης διαθέτει θεϊκή ομορφιά, ωραίο ντύσιμο και άριστο εξοπλισμό, αλλά διακατέχεται από υπέρμετρη έπαρση. Η επιβλητική εμφάνισή του εκπλήσσει Τρώες και Αχαιούς, ενώ εξοργίζει τον Μενέλαο, τον ατιμασμένο σύζυγο της Ελένης, που εκλαμβάνει ως προσωπική την πρόκληση του εχθρού του. Έτσι, αποφασισμένος να πάρει εκδίκηση από τον άρπαγα της γυναίκας του, πηδά από το άρμα του και στέκεται πάνοπλος και αγριωπός απέναντί του. Ο Αλέξανδρος αιφνιδιάζεται και, καταπτοημένος, εισχωρεί στις τάξεις του στρατού, για να σωθεί. Συνεπώς, η πρώτη φάση της επικείμενης μονομαχίας εξελίχθηκε σε φιάσκο, αφού ο Πάρης, με την άτακτη φυγή του, γελοιοποίησε το ηρωικό ιδεώδες.

Η στάση του Πάρη θυμώνει τον ρωμαλέο αδελφό του, τον Έκτορα, ο οποίος τον επιπλήττει δριμύτατα και τον κατηγορεί για δειλία. Η μομφή είναι σοβαρή. Μετανιωμένος ο Πάρης, ζητά συγγνώμη από τον αδελφό του και τον παρακαλεί να του εξασφαλίσει μια αναμέτρηση με τον Μενέλαο, ώστε να αποκαταστήσει την αξιοπρέπειά του. Επιπλέον, ορίζει ο ίδιος τον σκοπό και τους όρους της μονομαχίας. Ο Έκτορας προχωρεί προς το μέρος των Αχαιών και, με δυνατή φωνή, ανακοινώνει τις προτάσεις του Αλέξανδρου. Ο Μενέλαος ακούει τους όρους και αντιπροτείνει τους δικούς του, τους οποίους αποδέχονται Τρώες και Αχαιοί, διότι, με αυτόν τον τρόπο, θα τερματιζόταν ο πόλεμος. Νικητής θα ανακηρυχθεί αυτός που θα επιζήσει από τη μονομαχία, αφού μόνο ο θάνατος του ενός από τους δύο θα επιλύσει τις διαφορές τους. Έπειτα, ο βασιλιάς της Σπάρτης απαιτεί από τον Πρίαμο να επιβεβαιώσει, με όρκο, τα συμφωνηθέντα. Πράγματι, σε λίγο, ο Πρίαμος έρχεται στον χώρο, όπου θα δοθούν εκατέρωθεν οι όρκοι των δύο ανδρών για τη μονομαχία. Ο Αγαμέμνων διαβάζει τους όρκους και, σε στάση δέησης, ζητά από τους θεούς να γίνουν φύλακες και μάρτυρες των όρκων. Στη συμφωνία προστίθεται και ένας ακόμη όρος του Αγαμέμνονα, πως, αν σκοτωθεί ο Αλέξανδρος και οι Τρώες δεν τηρήσουν όσα ειπώθηκαν, θα μείνει εκείνος, για να συνεχίσει τον πόλεμο.

Ακολουθεί το κυρίως μέρος της μονομαχίας. Ο Αλέξανδρος πετά πρώτος το ακόντιό του, το οποίο προσκρούει στην ασπίδα του Μενέλαου, δίχως καν να τον τραυματίσει. Ο Μενέλαος προσεύχεται και απευθύνει έκκληση στον Δία να τον βοηθήσει να τιμωρήσει τον αντίζηλό του, ο οποίος ξεπλήρωσε με αχαριστία τη φιλοξενία που του είχε προσφέρει, παλαιότερα, κλέβοντας τη γυναίκα του. Αυτά λέει ο Μενέλαος και ρίχνει, με δύναμη, και το δικό του ακόντιο, το οποίο τρυπά την ασπίδα του Αλέξανδρου. Η βολή πληγώνει, αλλά δεν σκοτώνει τον Πάρη, οπότε ο Μενέλαος ορμά με το ξίφος του, για να τον αποτελειώσει. Εκείνη την κρίσιμη στιγμή, όμως, η θεά Αφροδίτη περιβάλλει τον Πάρη με ένα σύννεφο ομίχλης και τον μεταφέρει στο παλάτι του, για να τον περιποιηθεί η Ελένη. Παρ’ όλο που η μονομαχία τελειώνει με τον τραυματισμό και όχι με τον θάνατο του ενός εκ των δύο, όπως προέβλεπαν οι όροι, κανένας δεν μπορεί να αμφισβητήσει ότι η έκβασή της είναι υπέρ του Μενέλαου. Άλλωστε, και ο ίδιος ο Πάρης παραδέχεται την ήττα του στην Ελένη. Στη συνέχεια, ο Αγαμέμνων εισπράττει την αρνητική απάντηση των Τρώων για την επιστροφή της Ελένης και των θησαυρών της. Ο Αλέξανδρος, από την άλλη, δέχεται να αποδώσει πίσω τον θησαυρό που απέσπασε από το παλάτι της Σπάρτης, όχι, όμως, και τη βασίλισσα, με αποτέλεσμα η κατάσταση να περιπλεχτεί.

Η μονομαχία στην Ιλιάδα

Η μονομαχία στην Ιλιάδα

2. Η μονομαχία Έκτορα – Αίαντα (ραψ. Η, στ. 206-305)

Ο Έκτορας καλεί σε μονομαχία όποιον Αχαιό αισθάνεται ικανός να τα βάλει μαζί του. Κατόπιν προτροπής του Νέστορα, εννέα ήρωες είναι πρόθυμοι να ανταποκριθούν στο κάλεσμα αυτό. Διενεργείται, λοιπόν, κλήρωση, από την οποία επιλέγεται ο Αίας και, όσο εκείνος αρματώνεται, οι υπόλοιποι προσεύχονται στον Δία να του χαρίσει τη νίκη ή έστω ίση δύναμη και δόξα.

Όταν ετοιμάστηκε ο Αίας, όρμησε μπροστά, κρατώντας το “μακρόισκιο” κοντάρι του. Όλοι οι Τρώες ένιωσαν δέος στην όψη του, το ίδιο και ο Έκτορας, μόνο που δεν ήταν δυνατόν να λιποτακτήσει, αφού ο ίδιος είχε προκαλέσει τη μονομαχία. Πριν ξεκινήσουν, οι δύο άντρες άρχισαν να κομπάζουν, ο καθένας για τα πολεμικά του χαρίσματα, με ταυτόχρονη, όμως, παραδοχή και των χαρισμάτων του αντιπάλου. Πρώτος έριξε το κοντάρι του ο Έκτορας, πετυχαίνοντας την ασπίδα του Αίαντα. Το κοντάρι έσκισε το ντύμα του χαλκού, διαπέρασε τα έξι τομάρια και σταμάτησε, μόλις, στο έβδομο. Έπειτα, έριξε και ο Αίας το κοντάρι του, το οποίο χώθηκε στον θώρακα του Έκτορα, σκίζοντας τον χιτώνα του. Στην επόμενη φάση, ο Έκτορας τραυματίστηκε στον λαιμό από το κοντάρι του Αίαντα, αλλά δεν έπαψε να αγωνίζεται. Όταν αχρηστεύτηκαν τα κοντάρια, οι δύο εχθροί εκτόξευσαν τεράστιες πέτρες και κατέληξαν να χτυπιούνται με τα ξίφη τους. Εντωμεταξύ, είχε αρχίσει να νυχτώνει, χωρίς να διαφαίνεται ξεκάθαρος νικητής. Τότε, δύο κήρυκες, ένας από τους Αχαιούς και ένας από τους Τρώες, σήμαναν τη λήξη της μονομαχίας. Πριν γυρίσουν στις γραμμές τους, αντάλλαξαν δώρα, ως ένδειξη φιλίας και εκτίμησης. Η ανταλλαγή αναμνηστικών, κατά βάση, δώρων σε μια μονομαχία που λήγει χωρίς νικητή, πιθανόν, υποδηλώνει τον αμοιβαίο σεβασμό των αντίμαχων. Βέβαια, πρόκειται για δώρα, τα οποία διαδραμάτισαν τραγικό ρόλο, λίγο αργότερα, στις σκηνές του δραματικού τέλους των δύο ανδρών. Ο μεν Έκτορας φονεύτηκε από τον Αχιλλέα και δέθηκε στο άρμα εκείνου, για να συρθεί γύρω από τα τείχη της Τροίας, με τον ζωστήρα που του είχε δωρίσει ο Αίας· ο δε Αίας αυτοκτόνησε με το αργυροκαρφωμένο σπαθί, που του είχε χαρίσει ο Έκτορας.

Κλείνοντας, αξιοσημείωτο είναι ότι ο Όμηρος χρησιμοποιεί το πρόσχημα της νύχτας, για να τερματιστεί μια μονομαχία, στην οποία θα μπορούσε να έχει ηττηθεί ο Έκτορας. Ωστόσο, η ήττα του πρωτοπαλίκαρου των Τρώων φυλάγεται για αργότερα και θα είναι έργο του Αχιλλέα (ραψ. Χ).

3. Η μονομαχία Έκτορα – Αχιλλέα (ραψ. Χ, στ. 249-371)

1η φάση: Λόγος Έκτορα – Απάντηση Αχιλλέα – Κονταρομαχία (στ. 249-295)

Ο Έκτορας δεν καυχιέται ούτε φοβερίζει. Ομολογεί ότι, προηγουμένως, είχε αποθαρρυνθεί, αλλά, πλέον, είναι αποφασισμένος να αντιμετωπίσει τον Αχιλλέα. Επιδιώκει δε, με ευγένεια, μια συμφωνία αμοιβαίας ήπιας μεταχείρισης του άψυχου σώματος του ηττημένου στη μονομαχία. Δηλώνει ότι, αν σκοτώσει τον Αχιλλέα, θα πάρει τα όπλα του, αλλά θα παραδώσει το πτώμα του στους δικούς του, για να το ενταφιάσουν με τιμές. Το ίδιο ζητά και από τον Αχιλλέα. Εκείνος, όμως, απορρίπτει οποιαδήποτε συνθηκολόγηση και υπογραμμίζει το αβυσσαλέο μίσος που τους χωρίζει, παρομοιάζοντάς το με την αδυσώπητη έχθρα ανάμεσα σε ανθρώπους και σε λιοντάρια ή σε λύκους και σε αρνιά. Με αλαζονεία και εκδικητική μανία, ο Αχιλλέας προεξοφλεί την επικράτησή του, με τη βοήθεια της θεάς Αθηνάς, και τον θάνατο του Έκτορα. Επιπροσθέτως, ειρωνεύεται τον πρίγκιπα των Τρώων, λέγοντάς του να επιδείξει τη μέγιστη πολεμική του ικανότητα.

Η κονταρομαχία αρχίζει με κοντάρια και συνεχίζεται με ξίφη. Μετά την πρώτη άστοχη βολή του Αχιλλέα, το κοντάρι ξαναέρχεται στα χέρια του, χάρη στην ευνοϊκή παρέμβαση της Αθηνάς. Η βολή του κονταριού του Έκτορα είναι μεν εύστοχη, πέφτει, όμως, πάνω στην ασπίδα του Αχιλλέα και τινάζεται μακριά. Πανικόβλητος, τότε, αναζητά τη συνδρομή του αδελφού του, Δηίφοβου, αλλά αυτός δεν βρίσκεται κοντά του.

2η φάση: Ο δραματικός μονόλογος του Έκτορα (στ. 296-305) και ο θάνατός του (στ. 306-371)

Ο Έκτορας διαπιστώνει ότι ο Απόλλωνας δεν είναι, πια, στο πλευρό του και ότι η Αθηνά τον εξαπάτησε. Δεν διαμαρτύρεται, αλλά εκφράζει, με πικρία, τη βεβαιότητα ότι επίκειται το τέλος του. Αποδέχεται τη δεινή του μοίρα, δίχως να κρίνει τη βούληση των θεών. Έτσι, λυτρώνεται από τον φόβο και διαλέγει να πεθάνει πολεμώντας. Στην τελευταία του επίθεση, παραλληλίζεται με αετό, στην ορμητικότητα και στην περηφάνεια (στ. 308-311). Ο θάνατός του δεν είναι ακαριαίος, προκειμένου να προλάβει να πει τα τελευταία του λόγια. Ο Αχιλλέας, γεμάτος ικανοποίηση, νιώθει ότι εκπλήρωσε το χρέος της εκδίκησης απέναντι στον νεκρό φίλο του, τον Πάτροκλο. Ο Έκτορας ικετεύει τον Αχιλλέα να επιτρέψει στους οικείους του να τον θάψουν, παίρνοντας ανταλλάγματα. Ο Αχιλλέας αρνείται πεισματικά τα δώρα του και εξαπολύει απειλές. Λίγο πριν πεθάνει, ο Έκτορας τον προειδοποιεί ότι η υβριστική συμπεριφορά του θα επιφέρει την οργή των θεών και την παραδειγματική καταδίκη του, τον θάνατό του. Ωστόσο, ο Αχιλλέας έχει επίγνωση του τραγικού του πεπρωμένου. Γνωρίζει ότι δεν είναι γραφτό του να κυριεύσει την Τροία και ότι, φονεύοντας, τον Έκτορα, καραδοκεί και το δικό του τέλος. Ο Έκτορας ξεψυχά και ο Αχιλλέας τον απογυμνώνει από τον οπλισμό του. Οι Αχαιοί μπήγουν στο άψυχο σώμα του τα κοντάρια τους και θαυμάζουν το κάλλος και την κορμοστασιά του.

Συμπερασματικά…

Η πρακτική της Μονομαχίας έχει τόσο παλαιές ρίζες όσο και ο πόλεμος. Η διεξαγωγή της μεταξύ δύο μόνο αγωνιστών, ενταγμένων σε εχθρικά στρατεύματα, ήταν ένας τρόπος αποφυγής γενικευμένων απωλειών, μιας που ο νικητής της αναδείκνυε, συγχρόνως, και τον νικητή της μάχης.

Οι λόγοι συμμετοχής των ανδρών στις μονομαχίες ποικίλλουν: Κάποιοι επιθυμούσαν να αποκτήσουν αίγλη και φήμη, άλλοι ήθελαν, απλώς, να εξοντώσουν τον μισητό αντίπαλο, ενώ άλλοι εμπλέκονταν σε αυτές για λόγους εκδίκησης ή αποκατάστασης της τιμής.

Ο Όμηρος δείχνει φανερή προτίμηση στις μονομαχίες, διότι η διένεξη επί προσωπικού μέχρι τελικής πτώσεως εντείνει την προσοχή του ακροατή, ο οποίος παρασύρεται στη συναρπαστική δίνη τους και ταυτίζεται, κάθε φορά, με έναν από τους δύο αντιμαχόμενους ήρωες.

 

«Ο Ρώκριτος ωσάν αϊτός από τη σέλα βγαίνει,/πεζέφνει και τον Άριστον ήστεκε κι ανιμένει·

εκείνος πάλι να θωρή πεζόν έτοιον οχθρό του,/για τα πρεπά της αντρειάς πεζέφνει απ’ τ’ άλογό του.

Εμάνισε παρά ποτέ και ως λιόντας αγριεύγει/και λέγει του Ρωτόκριτου: “Η μέρα μας μισεύγει

και για ντροπή μου το κρατώ, να σου το μολογήσω,/τόση ώρα να σε πολεμώ και να μη σε νικήσω […]”.

“Μη βιάζεσαι πολλά, Άριστε, κι η μέρα πρι βραδιάση,/ένας μας θε να σκοτωθή κι ο ρήγας του θα χάση”».

Β. Κορνάρος, “Ερωτόκριτος”, Δ΄, κριτική έκδοση Στ. Αλεξίου, Εκδ. Ερμής, Αθήνα 1980, στ. 1767-1778

Για περισσότερο υλικό επιμόρφωσης

Διαβάστε επίσης...