
Η μοναξιά είναι ένα δυσάρεστο συναίσθημα αποστασιοποίησης από τους άλλους, το οποίο συνοδεύεται από πικρία, ψυχική κόπωση και απόγνωση. Τούτο συμβαίνει, όταν δεν είναι συνειδητή η επιλογή κάποιου να μείνει μόνος του. Δεν υποφέρει, δηλαδή, από μοναξιά ένας άνθρωπος που επιλέγει να απομακρυνθεί για ορισμένο χρονικό διάστημα, ώστε να συγκροτήσει τις σκέψεις του και να ηρεμήσει. Η μοναξιά, επίσης, δεν ταυτίζεται με την κοινωνική απομόνωση, οπότε είναι δυνατόν να τη βιώνει κάποιος, ακόμη και αν περιστοιχίζεται από πολλούς ανθρώπους της οικογένειάς του ή της παρέας του, αν νιώθει ότι δεν τον καταλαβαίνουν (βλ. και το σχετικό Σεμινάριο του Filhub για τη διδακτική του αυτοτελούς και αποσπασματικού πεζού κειμένου σε Γυμνάσιο και Λύκειο, με εφαρμογή στο Ημερολόγιο της Άννας Φρανκ [link…], όπου η έφηβη ηρωίδα, μεταξύ άλλων, βιώνει έντονα τη μοναξιά και επινοεί μια φανταστική φίλη, την Κίτυ, λόγω έλλειψης ουσιαστικής επικοινωνίας και κατανόησης μέσα στην οικογένειά της).
Η παρούσα διδακτική πρόταση περιλαμβάνει πολυτροπικό υλικό, καθώς προβαίνουμε στην ανάλυση του «Κάσπαρ Χάουζερ στην έρημη χώρα», του Δημήτρη Χατζή, από τα Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας της Β΄ Γυμνασίου (Ενότητα 8), συνδυαστικά με το πολυμεσικό Κείμενο 4, ένα εμπνευσμένο σκίτσο του Ηλία Ταμπακέα, για τη μοναξιά, από τη Νεοελληνική Γλώσσα της Β΄ Γυμνασίου (Ενότητα 8).
Γενικός Σκοπός
Ο προβληματισμός των μαθητών σχετικά με το διαχρονικό, παθογόνο και ψυχοφθόρο κοινωνικό φαινόμενο της μοναξιάς και των αρνητικών επιπτώσεών του στη ζωή των ανθρώπων.
Ειδικοί Στόχοι
Οι μαθητές καλούνται, μέσα από την επαφή τους με το διδακτικό υλικό:
α. να αντιληφθούν τη φύση και την έκταση της εσωστρέφειας και της μοναξιάς στον σύγχρονο κόσμο·
β. να ανιχνεύσουν τα βαθύτερα αίτια του φαινομένου και τις κατηγορίες ανθρώπων που πλήττει συχνότερα, βάσει και των δικών τους εμπειριών·
γ. να προτείνουν τρόπους περιορισμού ή εξάλειψης της μοναξιάς στους χώρους όπου παρατηρείται εντονότερα (π.χ. μεγαλουπόλεις, χώρες υποδοχής μεταναστών κλπ.).
Αφόρμηση
Εναλλακτική Αφόρμηση: Στο πρώτο πεντάλεπτο του μαθήματος, η προσοχή των μαθητών μπορεί να επικεντρωθεί στον ακόλουθο ζωγραφικό πίνακα του Αμερικανού ρεαλιστή ζωγράφου, Έντουαρτ Χόπερ, με τίτλο “Από το αυτόματο μηχάνημα” (1927). Ο Χόπερ θεματοποιεί, στους πίνακές του, κατ’ εξοχήν, τη μοναξιά των ανθρώπων. Το μοτίβο της ζωγραφικής του είναι μοναχικοί άνθρωποι, κατ’ άτομο ή κατά ζεύγη, οι οποίοι κοιτούν τον χαοτικό κόσμο γύρω τους ή μέσα τους, όντας αποξενωμένοι από όλους τους άλλους. Αφού ο διδάσκων δώσει, περιληπτικά, τις παραπάνω πληροφορίες, δύναται να απευθυνθεί στους μαθητές ως εξής: «Τι κάνει η εικονιζόμενη γυναίκα; Φαίνεται χαρούμενη ή όχι; Ο πίνακας είναι ζωγραφισμένος με ζωηρά ή με σκοτεινά χρώματα και για ποιον λόγο; Τι συναισθήματα σας δημιουργεί η εικόνα; Ο πίνακας φιλοτεχνήθηκε πριν από έναν αιώνα περίπου. Εξακολουθεί να είναι επίκαιρο σήμερα το μήνυμά του και γιατί;».
Προσφορά νέας γνώσης
1α. Το θέμα του κειμένου του Δ. Χατζή: Το κείμενο του σχολικού βιβλίου είναι απόσπασμα από ένα μυθιστόρημα κοινωνικού ρεαλισμού, στο οποίο ο συγγραφέας επεξεργάζεται τα προβλήματα της εποχής του με τρόπο σαφή και άμεσο. Διεισδύει δε, στα γεγονότα, με στοχαστική διάθεση, προσπαθώντας να αναδείξει το βαθύτερο νόημά τους.
Πρωταγωνιστής του αποσπάσματος είναι ο Κώστας, ένας φτωχός Έλληνας μετανάστης, που ζει και εργάζεται, ως βιομηχανικός εργάτης, στη Γερμανία και μάλιστα σε μια πολυπληθή γερμανική πόλη, κατά τη δεκαετία του 1960. Τα βράδια, όταν τελειώνει τη δουλειά του στο εργοστάσιο ΑΟΥΤΕΛ, όπου κατασκευάζει λάμπες αυτοκινήτων, περπατά ολομόναχος στις αχανείς λεωφόρους της ξένης πόλης και επιστρέφει στο φτωχικό του δωμάτιο, στο σπίτι της Φράου Μπάουμ.
1β. Τα συναισθήματα του μετανάστη ήρωα του Δ. Χατζή: Οι συνθήκες ζωής του ήρωα στα ξένα δεν είναι ευνοϊκές. Η καθημερινότητά του στη Γερμανία είναι μονότονη και ανούσια. Αδυνατεί να προσαρμοστεί στα δεδομένα της ξένης πόλης, ενώ, συγχρόνως, έχει χάσει, πλέον, τους δεσμούς του με την πατρική του γη και την ίδια την εθνική του υπόσταση και ταυτότητα. Ο κινηματογράφος και το καφενείο είναι οι μόνες κοινωνικές εκδηλώσεις στις οποίες συμμετέχει, χωρίς, όμως, να καλύπτουν την ανάγκη του για επικοινωνία. Το αίσθημα της μοναξιάς, της ματαιότητας και της παραίτησης που τον διακατέχει είναι τόσο αφόρητο, ώστε φτάνει στο σημείο να ζητήσει από τον συγγραφέα -στον οποίο απευθύνεται, σε κάποια σημεία του κειμένου, επιθυμώντας να του γράψει την ιστορία της ζωής του- να χαράξει το γεμάτο αυτοσαρκασμό και αυτοπεριφρόνηση επίγραμμα της επιτύμβιας στήλης που θα ήθελε να υπάρχει έξω από το σπίτι του, όταν πεθάνει στην ξενιτιά («…πως εδώ κατοίκησε κάποτε ο ξενότερος απ’ όλους τους ξένους της πολιτείας των ξένων»). Τον κατακλύζει η μελαγχολία, έχει χαμηλή αυτοπεποίθηση και αισθάνεται σαν μία μονάδα χαμένη στο πλήθος, σαν ένας ανέστιος (= άπατρις, χωρίς εστία, χωρίς πατρίδα) οδοιπόρος, άγνωστος μεταξύ αγνώστων. Μολονότι περιβάλλεται από εκατομμύρια ανθρώπους, δεν συνδιαλέγεται αληθινά με κανέναν, αφού δεν μιλά την ίδια γλώσσα μαζί τους, ούτε έχουν κοινό κώδικα αξιών. Βλέπει τη νέα του πατρίδα ως μια έρημη χώρα, λόγω της ψυχικής ερήμωσης που τον βασανίζει, σαν τον θρυλικό Κάσπαρ Χάουζερ. Ο Κάσπαρ, ένα παράξενο αγόρι 16 χρονών, εμφανίστηκε, ξαφνικά, στη Νυρεμβέργη, τον Μάιο του 1828. Ήταν ρακένδυτος και με δυσκολία περπατούσε και μιλούσε. Κρατούσε ένα γράμμα που εξηγούσε λίγα πράγματα για τον ίδιο και ήξερε να γράφει μόνο το όνομά του. Φαινόταν, δηλαδή, πως είχε ζήσει μακριά από τον πολιτισμό και δεν είχε συναναστροφές με τους ανθρώπους. Κανένας δεν έμαθε πώς έζησε τόσα χρόνια και πού κρυβόταν. Η ιστορία του έχει παρουσιαστεί σαν το παραμύθι του Μόγλη, αλλά και σαν μια βασιλική συνωμοσία με μωρά, που τα αντάλλαξαν, στη γέννα, οι σφετεριστές του οίκου των Μπάντεν, ενώ έθεσε σε κίνηση και ένα μυστήριο, που, παρά την εξονυχιστική έρευνα, υπάρχει μέχρι και σήμερα.
Όταν ο Κώστας βαδίζει ανάμεσα στους πολίτες του ξένου κράτους νιώθει αόρατος, παρείσακτος και ανεπιθύμητος μέσα στον συνωστισμό, αποκομμένος από τη συγγένεια, τη φιλία, την αγάπη, τη φροντίδα και την κοινωνική αποδοχή. Έτσι, μένει στο περιθώριο, χωρίς συγκεκριμένο προσανατολισμό και δίχως πίστη για το αύριο. Βρίσκεται σε δεινή κατάσταση, διότι ούτε στη χώρα υποδοχής κατάφερε να ενσωματωθεί ούτε στη δική του μπορεί να επιστρέψει, μιας που κανένας δεν τον περιμένει εκεί. Οι μόνοι δρόμοι, λοιπόν, που ανοίγονται μπροστά του είναι τα αδιέξοδα της πλήξης, της ανίας, της απελπισίας και της ψυχικής εξουθένωσης.
-
2. Φιλολογικός σχολιασμός της εναλλακτικής εικόνας του Η. Ταμπακέα για τη μοναξιά (Σχολικό Βιβλίο Νεοελληνικής Γλώσσας Β΄ Γυμνασίου, σελ. 119)
Η εν λόγω ευφάνταστη εικόνα χαρτογραφεί, με σαρκαστικό χιούμορ, τη μοναξιά, αφού οι προορισμοί είναι πλασματικοί (Βόρειες Παγωμένες Στέπες της Καρδιάς, Οροσειρά της Απομόνωσης, Τα Έλη του Μαγκούφη, Αρχιπέλαγος των Ερημονήσων, Αχανής Έρημος της Οφθαλμαπάτης) και προκαλούν θυμηδία (= ειρωνικό γέλιο), εξαιτίας της επιλογής λέξεων που αποτυπώνουν τη διάψευση των προσδοκιών και την απογοήτευση από μια ερωτική σχέση. Ο αποκαρδιωμένος ταξιδιώτης οδεύει προς το άγνωστο, παίρνοντας το τρένο από τον σταθμό του Μονάχου. Ο εφευρετικός σκιτσογράφος, ίσως, δεν επιλέγει τυχαία αυτή τη γερμανική πόλη ως αφετηρία, καθώς το Μόναχο σχηματίζει ένα ευφυές λογοπαίγνιο με τον μοναχικό άνθρωπο.
-
Συζήτηση στην τάξη για τα αίτια της μοναξιάς
Οι μαθητές δύνανται να διερωτηθούν για την ποιότητα των ανθρώπινων σχέσεων και, υπό την καθοδήγηση του φιλολόγου, να εντοπίσουν τους λόγους που προκαλούν τη μοναξιά, κυρίως στα σύγχρονα αστικά κέντρα. Μερικοί από αυτούς τους λόγους είναι οι εξής:
α. η αδυσώπητη ταχύτητα των ρυθμών της ζωής, σε συνάρτηση με τους προσωπικούς και αυστηρά απαράβατους μικρόκοσμους του καθενός καθιστούν την καθημερινότητα στη μεγαλούπολη ψυχρή, σκληρή και αποκρουστική·
β. η ευρέως διαδεδομένη, πλέον, δυσπιστία, η επιφυλακτικότητα και η πρόθεσή μας να προστατεύσουμε την ιδιωτική μας ζωή επιφέρει, ενίοτε, αντικοινωνική συμπεριφορά και απροθυμία για γνωριμία με τους διπλανούς μας·
γ. οι υψηλές εργασιακές απαιτήσεις, στις μεγάλες επιχειρήσεις, κάνουν τους εργαζόμενους να νιώθουν ανεπαρκείς, ενώ δουλεύουν κάτω από ανελέητη πίεση και ένταση, χωρίς να τους περισσεύει ελεύθερος χρόνος ή διάθεση για κοινωνικές επαφές. Επιπλέον, οι συστηματικές μεταθέσεις δημιουργούν ανασφάλεια και δυσφορία, διότι η αλλαγή επαγγελματικής στέγης (π.χ. εκπαιδευτικοί, στρατιωτικοί κ.ά.) συνεπάγεται και τη μετακόμιση σε άλλον τόπο, κάτι που αποκόβει βίαια τους ανθρώπους, όπως και τα παιδιά τους, από τους συγγενείς, τους γείτονες και τον φιλικό κύκλο τους·
δ. η ραγδαία τεχνολογική ανάπτυξη εντείνει τη στροφή και τον εθισμό του ανθρώπου στην απρόσωπη και αποστασιοποιημένη διαδικτυακή συνομιλία, κυρίως μέσω γραπτών ηλεκτρονικών μηνυμάτων, και στη μοναχική ψυχαγωγία μπροστά στην οθόνη της τηλεόρασης, του κινητού τηλεφώνου και του ηλεκτρονικού υπολογιστή. Μόλις, όμως, κλείσουν οι οθόνες και χαθεί αυτό το επιφανειακό επικοινωνιακό υποκατάστατο, που μας κάνει να ξεχνιόμαστε, η μοναξιά απλώνεται και πάλι παντού. Εντούτοις, τα άτομα, πολλές φορές, φοβούνται ή διστάζουν να βγουν από την ασφυκτική ζώνη της μοναξιάς τους, να ανοιχτούν, να αλληλεπιδράσουν, να εκτεθούν.
-
Συζήτηση στην τάξη για τα είδη της μοναξιάς
Η μοναξιά διακρίνεται σε:
α. συναισθηματικού τύπου, ως αποτέλεσμα της έλλειψης μιας μόνιμης και ειλικρινούς σχέσης με ένα άλλο άτομο, η οποία να προσφέρει σιγουριά, αφοσίωση και στοργή·
β. κοινωνικού τύπου, ως απόρροια της έλλειψης κοινωνικών σχέσεων ή της ύπαρξης λίγων και μη ικανοποιητικών, κάτι που προξενεί κατάθλιψη, απουσία ενεργητικότητας, μειωμένη αυτοεκτίμηση και περιορισμένο ενδιαφέρον για πάσης φύσεως δραστηριότητες.
-
Συζήτηση στην τάξη για τους τρόπους αντιμετώπισης της μοναξιάς
Υπάρχουν στιγμές που έχουμε την αίσθηση ενός ψυχικού κενού και ότι οι άλλοι μας παραγκωνίζουν, μας παραμελούν, είναι δίπλα μας από συμφέρον ή δεν μας νοιάζονται αρκετά. Είναι, όμως, έτσι; Ας σκεφτούμε. Είμαστε, πραγματικά, μόνοι; Μήπως εμείς δεν αντιλαμβανόμαστε, ενίοτε, το ενδιαφέρον των άλλων και κλεινόμαστε στον εαυτό μας; Μήπως δεν προσπαθούμε επαρκώς να αλλάξουμε μια φορτική ψυχολογική κατάσταση; Όλα τούτα τα καίρια ερωτήματα μπορούν να κάνουν τους μαθητές να σκεφτούν αποτελεσματικές λύσεις καταπολέμησης της μοναξιάς.
Μερικές τέτοιες λύσεις είναι οι εξής:
α. να τολμήσουμε να βγούμε από το οικείο και άνετο περιβάλλον μας προς αναζήτηση νέων κοινωνικών εμπειριών (π.χ. 1. να συναντήσουμε έναν φίλο σε μια καφετέρια ή να πάμε μαζί του μια εκδρομή ή να παρακολουθήσουμε μια θεατρική παράσταση, ανταλλάσσοντας μαζί του, κατόπιν, απόψεις για το έργο. Μια βόλτα κάνει καλό σε όλους, μας αναζωογονεί και μας δίνει τη δυνατότητα να γνωρίσουμε περισσότερο κόσμο, 2. να ξεκινήσουμε ένα χόμπι που μας ευχαριστεί ή ένα άθλημα, λόγου χάρη, το οποίο θα μας ωφελήσει και θα μας τονώσει ψυχικά και σωματικά)·
β. να δείξουμε ανεκτικότητα και δεκτικότητα απέναντι στους άλλους ανθρώπους·
γ. να είμαστε διαθέσιμοι για μια φιλική κουβέντα και να μην προσπερνάμε, συνεχώς, αδιάφορα ή καχύποπτα όποιον βλέπουμε καθημερινά ή όποιον μας πλησιάζει ευγενικά·
δ. να εκτιμάμε όλες μας τις σχέσεις με τις ιδιαιτερότητές τους και να μην χάνουμε την ευκαιρία για μια νέα ουσιαστική φιλία, που μπορεί να αλλάξει το μέλλον μας προς το καλύτερο. Ας επιχειρήσουμε, λοιπόν, να είμαστε πιο ανοικτοί απέναντι στις θετικές προκλήσεις που παρουσιάζονται και να μην μένουμε αδρανείς, διότι, έτσι, οδηγούμαστε σε παθητικότητα, περιθωριοποίηση και θλίψη. Και αν, παρ’ όλα αυτά, εξακολουθούμε να πιστεύουμε, βαθιά μέσα μας, ότι είμαστε μόνοι και αυτό δεν πρόκειται να αλλάξει, ας θυμηθούμε τα προτρεπτικά λόγια του Ν. Καζαντζάκη: «Έχεις τα πινέλα, έχεις τα χρώματα, ζωγράφισε τον παράδεισο και μπες μέσα», γιατί πάντοτε έχουμε την επιλογή να σχεδιάσουμε και να ορίσουμε εμείς οι ίδιοι τη ρότα της ζωής μας.
Ανακεφαλαίωση
Η μοναξιά είναι ένα συχνό πανανθρώπινο φαινόμενο. Δεν πρόκειται, ωστόσο, για ψυχική διαταραχή. Ο φόβος της μοναξιάς είναι αναπόφευκτος. Το άγχος του αποχωρισμού, για παράδειγμα, είναι ένα από τα πρωταρχικά ανθρώπινα άγχη. Τον φόβο αυτόν δε, ενισχύει η ανατροφή και η διαπαιδαγώγηση, καθώς το άτομο μπορεί να έχει γαλουχηθεί με την εσφαλμένη ιδέα ότι η μοναξιά ισοδυναμεί με αποτυχία. Πάντως, το άσχημο αυτό αίσθημα, που πηγάζει από την ασυμφωνία ανάμεσα στις κοινωνικές επαφές που έχουμε και σε αυτές που θα επιθυμούσαμε, ποσοτικά και ποιοτικά, φανερώνει ότι δίνουμε αξία στην κοινωνικότητα και καλλιεργούμε ένα συγκεκριμένο όραμα για αυτήν, αρκεί να συμβάλουμε και εμείς, ώστε να υλοποιηθεί.
Ανάθεση εργασίας
«Να ακούσετε το τραγούδι του Γιάννη Σπανού, “Άνθρωποι μονάχοι”, σε ερμηνεία της Βίκυς Μοσχολιού, και έπειτα να συσχετίσετε τους στίχους «Ο κόσμος γύρω άδειος κάμπος / κι αυτοί στης μοναξιάς το θάμπος», από το τραγούδι αυτό, με την «έρημη χώρα» για την οποία μιλά ο ήρωας του Χατζή. Και στις δύο περιπτώσεις, άνθρωποι κυκλοφορούν μέσα στην πολυκοσμία. Πώς αντιλαμβάνονται, όμως, τον χώρο γύρω τους και γιατί;».





